Διαθέτοντας η Ελλάδα σημαντικές ορυκτές πρώτες ύλες, τόσο σε ποιότητα, όσο και σε ποσότητα και ποικιλία, κάποιοι ισχυρίζονται ότι αρκούν για να μας βγάλουν από την κρίση. Θέλοντας να ξεχωρίσουμε τους μύθους από την πραγματικότητα ζητήσαμε την βοήθεια του κ. Χρήστου Καβαλόπουλου, Γενικού Διευθυντή του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ).
Συνέντευξη: Πάνος Κατσαχνιάς
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι η μεταλλευτική δραστηριότητα και ο εγχώριος εξορυκτικός κλάδος συμμετέχουν σήμερα -είτε άμεσα, είτε μέσω της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων τους από την χρησιμοποίησή τους στην ελληνική βιομηχανία- με ποσοστό 2,5% στο ελληνικό ΑΕΠ. Ο κύκλος εργασιών των ορυκτών πρώτων υλών και της μεταλλουργίας που καθετοποιεί ελληνικά μεταλλεύματα, κινείται μεταξύ των 2 με 2,5 δις ευρώ, το 65% των οποίων αφορά εξαγωγές.
Τροφοδοτεί δε, µε πρώτες ύλες µια σειρά άλλων επίσης σημαντικών κλάδων, όπως η παραγωγή ενέργειας, η τσιμεντοβιομηχανία, η οικοδομική/κατασκευαστική βιομηχανία, η βιομηχανία μη σιδηρούχων μετάλλων (αλουµινίου, νικελίου, κ.λπ.), η βιομηχανία ανοξείδωτου χάλυβα κ.ά. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις ανάγκες σε Ορυκτές Πρώτες Ύλες τόσο της ευρωπαϊκής, όσο και της διεθνούς αγοράς, δυνητικά τουλάχιστον, προσφέρει συγκριτικά πλεονεκτήματα για την ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας. Πως όμως μπορεί να συμβεί αυτό σήμερα, που όλη αυτή η εικόνα έχει ως φόντο της την οικονομική κρίση που βιώνει η χώρα;
Πολλά λέγονται και γράφονται για τον «Ορυκτό Πλούτο» της Ελλάδας και το πως αυτός θα καταφέρει να μας βγάλει από την κρίση. Ποια είναι η πραγματικότητα;
Κατ? αρχήν, μιλάμε για Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΟΠΥ) και κοιτασμαλογικό δυναμικό της χώρας. Δεν θέλουμε να χρησιμοποιούμε την πολυχρησιμοποιημένη έννοια του «Ορυκτού Πλούτου». Η έννοια «Ορυκτός Πλούτος» είναι παρεξηγημένη, μιας και είναι οι ορυκτοί πόροι που έχουν αξία, αν και εφόσον κάποιος τους εκμεταλλευτεί. Αλλιώς ο «Ορυκτός Πλούτος» είναι κάτι το θεωρητικό, το επιστημονικό, χρήσιμο για τους γεωλόγους. Γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει πλούτος, αν δεν υπάρξει εκμετάλλευση με οικονομικό αποτέλεσμα.
Επίσης δεν θα μιλήσουμε για το κομμάτι πετρελαίου/φυσικού αερίου. Γιατί το αντικείμενο το δικό μας είναι οι κλασσικές ΟΠΥ πλην υδρογονανθράκων. Μπορεί να είναι πιθανή μια εκμετάλλευση τους στο μέλλον, αλλά επί του παρόντος είναι κάτι που δεν έχει καν προσδιοριστεί. Μιλάμε για πολύ αρχικές εκτιμήσεις που μπορούν ακόμη και να αμφισβητούνται σε τελευταία ανάλυση. Ενώ αντιθέτως οι ορυκτοί πόροι και το ορυκτολογικό δυναμικό της χώρας είναι γνωστό, υπάρχει, οι εκμεταλλεύσεις λειτουργούν, η δυνατότητα ανάπτυξης υπάρχει και η αμεσότητα οικονομικού αποτελέσματος είναι επίσης δεδομένη. Ενώ το κομμάτι πετρελαίου/φυσικού αερίου είναι πολύ μελλοντικά σχέδια. Και το τονίζουμε αυτό για φοβούμαστε απ? ότι βλέπουμε ότι δυστυχώς η πολιτεία -χωρίς να κρατά τις απαραίτητες ισορροπίες- κατευθύνεται προς την συγκεκριμένη επιλογή που φαίνεται και πιο εντυπωσιακή (ερευνών για πετρέλαιο), ρίχνοντας σε δεύτερη μοίρα τις κλασσικές ΟΠΥ που ήδη παρουσιάζουν οικονομικά αποτελέσματα.
Τις εκμεταλλεύσεις των ΟΠΥ και του κοιτασμαλογικού δυναμικού της χώρας μπορούμε να τις χωρίσουμε σε τέσσερεις διαφορετικές κατηγορίες: Ενεργειακά Ορυκτά, Μεταλλεύματα, Βιομηχανικά ορυκτά και τέλος Μάρμαρα και Αδρανή Υλικά.
Τα μεταλλεύματα και τα βιομηχανικά ορυκτά είτε απευθύνονται στην ελληνική αγορά, είτε στηρίζουν βασικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, όπως είναι π.χ. το Αλουμίνιο και η Λάρκο. Οι τελευταίες λόγω του ότι συναλλάσσονται με το εξωτερικό, επηρεάζονται από την διεθνή αγορά που βέβαια έχει τις δικές της αιτίες κρίσης και όχι από εκείνες της ελληνικής. Τέτοιες όπως είναι ο διεθνής ανταγωνισμός, τα «σκαμπανεβάσματα» της διεθνούς ζήτησης λόγω αβεβαιότητας στην ζήτηση πρώτων υλών, επαναπροσανατολισμοί οικονομιών όπως της Κίνας και της Ινδίας. Αντίθετα, ένα μικρό μέρος των βιομηχανιών αυτών που απευθύνεται στην ελληνική αγορά, είναι αυτονόητο ότι περνά μια κρίση και επαποσανατολίζεται, ώστε να προσφέρει κι αυτό τα προϊόντα του στην εξωτερική αγορά.
Το μεγάλο πρόβλημα αυτή την στιγμή στο εσωτερικό είναι στο μεγάλο μέρος των παραγόμενων αδρανών υλικών από τις σχετικές βιομηχανίες που έχει «καθίσει» εντελώς, αφού δεν υπάρχει ανάπτυξη στον κατασκευαστικό και οικοδομικό τομέα και στην τσιμεντοβιομηχανία που περνάει πολύ δύσκολες μέρες, προσπαθώντας να προσανατολιστεί σε κάποιες εξαγωγές.
Τέλος, έχουμε το μάρμαρο που κι αυτό χωρίζεται σε δύο κατευθύνσεις, με εκείνο που προορίζεται για την κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας και εκείνο που προορίζεται για εξαγωγές. Η μικρότερη σε κλίμακα δραστηριότητα που απευθυνόταν στο εσωτερικό αντιμετωπίζει και το μεγαλύτερο πρόβλημα λόγω διεθνούς ανταγωνισμού και ελληνικής κρίσης, με πολλά μικρά κυρίως λατομεία να έχουν κλείσει.
Από την άλλη υπάρχουν μεγάλες εταιρείες που έχουν αναπτύξει σημαντικά κοιτάσματα μαρμάρου, έχουν αναδείξει ποιότητες μαρμάρου που είναι περιζήτητες σε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να υπάρχουν λατομεία που λόγω της ποιότητας μαρμάρου που βγάζουνε και λόγο της πολύ καλής οργάνωσης που έχουν από πίσω τους οι εταιρείες που διαχειρίζονται αυτά τα λατομεία, έχουν κατορθώσει κι έχουν αναπτύξει σημαντικά το παραγωγικό αυτό κομμάτι σημειώνοντας πολύ μεγάλες εξαγωγές. Προϊόντα μαρμάρου με ονομασία προέλευσης που είναι διεθνώς περιζήτητα. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα που εταιρείες μέλη του Συνδέσμου μας να προπωλούν προϊόντα τους ένα και δύο χρόνια νωρίτερα. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή της κρίσης, αφού οι πωλήσεις σου εξαρτώνται μόνο από τις παραγωγικές σου δυνατότητες. Βέβαια κι εδώ υπάρχουν άλλου είδους προβλήματα. Όπως το ποσοστό του εμπορεύσιμου μαρμάρου σε σχέση με αυτό που εξορύσσεται. Γιατί το ποσοστό του μαρμάρου που εξάγεται είναι τελικά μικρό και υπάρχει ένα ζήτημα διαχείρισης του τι κάνεις την υπόλοιπη ποσότητα του «σκάρτου» μαρμάρου. Υπάρχει και ένα νομικό μπλέξιμο εδώ ως προς το τι μπορείς να το κάνεις, τί μπορείς να παράγεις ως δευτερογενές προϊόν από αυτό, αν μπορείς να το διαχειριστείς, τί σημαίνει περιβαλλοντολογικά αυτό, προβλήματα αρκετά σημαντικά και αρκετά μπλεγμένα που λειτουργούν και ανασχετικά για την εξαγωγική δραστηριότητα. Γιατί όταν έχεις το πολύ 7% από το εξορυσσόμενο συνολικό να είναι το απολήψιμο εμπορικό, έχεις να διαχειριστείς ένα πολύ μεγάλο όγκο που κανονιστικά και οργανωτικά και από μεριάς δομής αγοράς δημιουργεί πρόβλημα.
Αυτή λοιπόν, είναι η κατάσταση όπως ακριβώς είναι σήμερα. Αν έρθουμε στα συνολικότερα μεγέθη το κομμάτι της εξορυκτικής δραστηριότητας παρά τους κλυδωνισμούς στην εσωτερική αγορά και παρά τους κλυδωνισμούς στην αγορά του εξωτερικού έχει καταγράψει τις μικρότερες ανακατατάξεις σε ότι αφορά τους εργαζομένους από πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς. Σημειώνει τις λιγότερες απολύσεις και μειώσεις θέσεων εργασίας. Γιατί δύσκολα ένα ανθρώπινο δυναμικό που είναι εξειδικευμένο στον κλάδο στήνεται από την αρχή στην περίπτωση που σε μια επόμενη φάση ανοίξουν πάλι οι δουλειές και υπάρξει αυξημένη ζήτηση. Γι? αυτό και σημειώνεται μικρή ανακατάταξη ανθρώπινου δυναμικού. Εργάζονται άμεσα περί τα 22.000 άτομα προσωπικό, ενώ υπάρχει και μια έμμεση σχέση απασχόλησης που υπερβαίνει τα 90.000 άτομα, δηλαδή μεγέθη που μπορούν να αγνοηθούν από την ελληνική πραγματικότητα. Επιπλέον, οι εταιρείες του κλάδου μπορεί να μην είναι όλες κερδοφόρες αλλά δεν είναι προβληματικές, αποδίδοντας έμμεσα η άμεσα οφέλη από την λειτουργία τους στο κράτος, εκτός από τις θέσεις εργασίας.
Οι ΟΠΥ της Ελλάδας τελικά, είναι γνωστές σε εμάς η όχι;
Έχουμε μια καλή γνώση του γεωλογικού δυναμικού αλλά υπάρχουν και πολλά κενά. Λόγω ακριβώς των ανακατατάξεων και των επαναπροσδιορισμών, διοικητικών δεδομένων κλπ, του ευρύτερου δημόσιου τομέα αλλά και ιδιαίτερα του κομματιού που αφορά το ΙΓΜΕ.
Γιατί εδώ και αρκετό καιρό δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε να λειτουργεί. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει αν θα είναι με τάδε η το δείνα διοικητικό σχήμα, εμάς μας ενδιαφέρει να επιτελεί το ρόλο του. Που σημαίνει να είναι ο σύμβουλος της πολιτείας πάνω σε θέματα ΟΠΥ, να μπορεί το ίδιο να κάνει έρευνες για την απόκτηση καλύτερων γνώσεων του κοιτασματολογικού δυναμικού της χώρας, να μπορεί το ίδιο συνολικά και όχι σε επίπεδο προσωπικών επιστημονικών πρωτοβουλιών να έχει δημοσιεύει εκτιμήσεις και εκθέσεις σχετικά με το κοιτασματολογικό δυναμικό της χώρας ώστε αυτά να μπορούν στην συνέχεια να αξιοποιούνται από ιδιωτικές επενδύσεις. Δυστυχώς δεν παίζει αυτούς του τους ρόλους με το ερευνητικό του έργο να έχει ατονήσει πάρα πολύ. Σ? αυτό η Πολιτεία έχει πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη γιατί δεν έχει καταλήξει στου τι είδους ΙΓΜΕ θέλει. Δεν είναι αυτοσκοπός η ύπαρξη του ΙΓΜΕ μιας και εκ του αποτελέσματος κρίνονται κάποια πράγματα, οπότε και δεν έχει νόημα να έχεις ένα Ινστιτούτο «σφραγίδα».
Από την στιγμή λοιπόν, που δεν εξυπηρετείται ο σκοπός, εμείς ως ΣΜΕ θέτουμε κάποια ερωτήματα. Γι? αυτό και υπάρχει ευθύνη της Πολιτείας να ισορροπήσει κάποια πράγματα δίνοντας την σωστή κατεύθυνση στο ΙΓΜΕ. Εκμεταλλευόμενη προγράμματα, ευρωπαϊκές πολιτικές για τις πρώτες ύλες, εκμεταλλευόμενη το «Innovation Partnership» μια μεγάλη κοινοπραξία των κρατών μελών κάτω από την ομπρέλα της ευρωπαϊκής επιτροπής για την ανάπτυξη της αξιοποίησης των πρώτων υλών στην Ευρώπη. Υπάρχουν δηλαδή προγράμματα σε εξέλιξη από τα οποία το ΙΓΜΕ είναι σχεδόν απόν. Βασική προϋπόθεση για να φτάσουμε κάποτε να πούμε ότι γνωρίζουμε πλήρως το κοιτασματολογικό δυναμικό της χώρας.
Αυτό όμως δεν είναι αντιφατικό όταν επικαλούμαστε ως Πολιτεία ότι ο «Ορυκτός Πλούτος» της χώρας θα μας βγάλει από την κρίση;
Η ελληνική πολιτική πραγματικότητα είναι γεμάτη από πολιτικές αντιφάσεις. Αυτό είναι κάτι που το βιώνουμε από χίλιες-δύο μεριές.
Μέσα από τέτοιες νοοτροπίες πλήττεται ο ιδιωτικός τομέας. Και δεν είναι μόνο η περίπτωση του ΙΓΜΕ.
Λέμε ότι θέλουμε να αναπτύξουμε τις ΟΠΥ. Οι αποφάσεις μας είναι προς τα εκεί; Οι κατευθύνσεις μας κινούνται προς τα εκεί; Το κανονιστικό μας πλαίσιο εξελίσσεται προς τα εκεί; Έχουνε βγάλει τον νόμο 4014 που είχε κάποιες θετικές κατευθύνσεις σχετικά με τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντολογικής αδειοδότησης και ακόμα περιμένουμε να υπογραφούν 18 υπολειπόμενες υπουργικές αποφάσεις από τις 22 περίπου για να εφαρμοστεί πλήρως ο νόμος που έχει ψηφιστεί από τον Σεπτέμβριο του 2011; Δηλαδή, άλλα τα λόγια και άλλα τα έργα της Ελληνικής Πολιτείας. Είναι μόνιμο αυτό το κακό. Εξαγγέλθηκε μια «Εθνική Μεταλλευτική Πολιτική & Εθνική Πολιτική Αξιοποίησης των ΟΠΥ» στις 29 Φεβρουαρίου του 2012. Ενάμιση χρόνο μετά την εξαγγελία, από ελάχιστα έως καθόλου έχουν υλοποιηθεί. Έχει μείνει στα χαρτιά, ενώ στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής για τις ΟΠΥ είναι από τα ζητούμενα η υλοποίηση της. Μέσα δηλαδή από το «European Innovation Partnership» (EIP) υποχρεούται η χώρα να εφαρμόσει το λεγόμενο «Benchmarking» (Συγκριτική προτυποποίηση) ανάμεσα στις εφαρμογές των εθνικών πολιτικών για την αξιοποίηση των ΟΠΥ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα τι θα πει; «Ότι εξήγγειλα πράγματα και τα άφησα στα χαρτιά»; Από 1/1/2014 δε, αναλαμβάνει την Προεδρία της Ε.Ε. όπου με βάση τον «μοχλό» αυτό της Προεδρίας θα έπρεπε η ίδια να κινήσει τα πράγματα, η τουλάχιστον θα της ζητηθεί να κάνει κάτι τέτοιο μέσα στο πλαίσιο των ΟΠΥ. Εκεί τι θα πει; «Ψάχνω πετρέλαια»; Δηλαδή, κάπου υπάρχει μια μόνιμη αντίφαση που ελπίζουμε κάποια στιγμή αυτή η αντίφαση να λυθεί.
Ως Σύνδεσμος έχουμε τοποθετηθεί πάρα πολλές φορές πάνω σ? αυτά τα θέματα. Έχουμε ζητήσει να βγει ένα Χωροταξικό ειδικό για τις ΟΠΥ, βασικό κομμάτι υλοποίησης της «Εθνικής Μεταλλευτικής Πολιτικής» που θα προβλέπει και παράλληλες και αποκλειστικές χρήσεις γης για την προστασία και ανάπτυξη των ΟΠΥ στο μέλλον, όπως γίνεται σε πολλές σοβαρές χώρες, το αδειοδοτικό, που όμως ακόμα είναι ζητούμενα παρόλες τις κατά καιρούς εξαγγελίες.
Περισσότερο σημαντικός δηλαδή, ως παραγωγικός τομέας η ως εξαγωγικός;
Πρέπει να τονίσουμε το εξής. Παρά το ότι πολλές εξαγωγικές ΟΠΥ έχουν ζήτηση, πάρα τους κλυδωνισμούς της διεθνούς αγοράς, υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα που επηρεάζει τις εξαγωγές. Αυτό του τραπεζικού δανεισμού μιας και οι τράπεζες έχουν ακόμα πολλές αγκυλώσεις στο να στηρίξουν μέσω εγγυήσεων βασικά τις εξαγωγικές αυτές προσπάθειες. Κι έτσι λοιπόν, οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι αρωγοί σ? αυτήν την προσπάθεια που γίνεται. Είναι κι αυτό ένα από τα ζητούμενα που θα πρέπει να ισορροπήσει μετά τις τραπεζικές ανακατατάξεις. Για να δούμε αν κάποια στιγμή θα βοηθηθεί και η πραγματική οικονομία. ʼρα λοιπόν, οι ελληνικές εταιρείες παρόλο που δεν περιμένουν την άμεση βοήθεια για ρευστότητα από τις ελληνικές τράπεζες λόγο αυξημένης ζήτησης, έχουν ανάγκη στήριξης από αυτές προκειμένου να ενισχύσουν την εξαγωγική τους δραστηριότητα κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Για να καταλάβουμε και πως τα προβλήματα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους.
Υπάρχουν περαιτέρω περιθώρια ανάπτυξης του κλάδου, η αυτά καθορίζονται απόλυτα από το επίπεδο ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανίας και των κατασκευαστικών έργων;
Το μεγάλο κομμάτι του κλάδου που είναι οι εξαγωγές εξαρτάται από την Διεθνή Αγορά. Το μικρότερο κομμάτι που στοχεύει στην εγχώρια αγορά και μέσω των αδρανών υλικών, αφορά κυρίως τις κατασκευές, αναμένει την αλλαγή των πραγμάτων προς το καλύτερο, αφού η τωρινή κατάσταση είναι πάρα πολύ άσχημη για τον συγκεκριμένο τομέα.
Το προσεχές διάστημα όμως αναμένεται να υπάρξει μια αβεβαιότητα για το σύνολο του κλάδου, μιας και στην διεθνή σκηνή, δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία επαναπροσανατολίζονται ως προς την βιομηχανική τους παραγωγή (μετατόπιση του βάρους της οικονομίας από την βιομηχανική παραγωγή στον τομέα των υπηρεσιών) και άρα και ως προς την απορρόφηση πρώτων υλών, με συνέπεια να σημειώνεται μια συνολικότερη ανακατάταξη στους προμηθευτές πρώτων υλών και στις αγορές πρώτων υλών.
Βρισκόμαστε σε μια περίοδο, που δεν θα την λέγαμε «Παγκόσμιας Κρίσης», αλλά «Λελογισμένης Αβεβαιότητας». Που μπορεί και να ξεπεραστεί, μπορεί όμως και όχι. ʼρα τα αποτελέσματα στα προσεχή χρόνια δεν φαίνονται να διαφοροποιούνται τρομερά από αυτά που έχουμε πρόσφατα διανύσει και διανύουμε με μικρές κατά μέσω όρο θετικές η αρνητικές αποκλίσεις.
ʼρα από εκεί θα εξαρτηθεί και η όποια ανάπτυξη. Αντιθέτως, εάν υποθέσουμε ότι αναπτυχθούν και καινούργια κομμάτια που αυτή την στιγμή βρίσκονται στο στάδιο της αδειοδότησης, βλέπε χρυσός, άργυρος, χαλκός, η που προκύψουν μέσα από καινούργιες έρευνες, εκεί θα μπορεί να παιχτεί ένα παιχνίδι ανάπτυξης με καλύτερους όρους, που φυσικά και θα πατάει σε μια σημαντική μελλοντική διάρκεια. Κι αυτό είναι ανοιχτό. Σε συνάρτηση πάντα με την καλύτερη γνώση του κοιτασματολογικού δυναμικού της χώρας και με τον εναρμονισμό της εθνικής μας πολιτικής με εκείνης της Ε.Ε. για την καλύτερη αξιοποίηση των κοιτασμάτων ΟΠΥ και την μικρότερη εξάρτηση της από τις εισαγωγές (Resource Efficiency).
Τί είναι αυτό που οδηγεί σε κλείσιμο και παύση των εργασιών τους πολλά σημεία εξόρυξης τα τελευταία χρόνια;
Μικρές δραστηριότητες αδρανών και μικρές δραστηριότητες μαρμάρων είναι οι επιχειρήσεις αυτές που δεν αντέχουνε την κρίση και κλείνουν. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν επειδή δεν αναδιοργανώνονται προσαρμοζόμενες στις καινούριες συνθήκες και στις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Γιατί ο προσανατολισμός τους δεν είναι εξαγωγικός. Επιπλέον, το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει στην Ελλάδα έχει οδηγήσει πολλές μικρές επιχειρήσεις εκτός αγοράς. Επίσης υπάρχουν προβλήματα αβεβαιότητας σε ότι αφορά την επένδυση. Προβλήματα με τοπικές κοινωνίες. Προβλήματα καθυστερήσεων στις αδειοδοτήσεις που κάποιοι δεν μπορούν να τις αντέξουν οικονομικά. Μάλιστα μια ακόμη συνέπεια αυτών των κλεισιμάτων είναι και οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες βλέπουμε να εγκαταλείπονται τα εργοτάξια αυτών των επιχειρήσεων χωρίς καμιά αποκατάσταση. Εικόνα που χρεωνόμαστε μετά συνολικά ως κλάδος από την κοινή γνώμη.
Υπάρχουν νέες επενδύσεις που έρχονται να καλύψουν το κενό; Υπάρχουν αδειοδοτήσεις που εκκρεμούν αυτή τη στιγμή;
Επενδύσεις πάντα γίνονται στον κλάδο. Γιατί ο κλάδος πρέπει να ανανεώνει τα κοιτάσματά του, να ανανεώνει τις εκμεταλλεύσεις του γι? αυτό και διεξάγει συνεχώς νέες έρευνες, επενδύει σε νέες υποδομές. Γι? αυτό και κολλάμε συχνά με τις αδειοδοτήσεις, εξαιτίας της όχι και τόσο εύρυθμης λειτουργίας της κρατικής μηχανής. Χωρίς αυτό από την άλλη να σημαίνει ότι υπάρχει μία πίεση για επενδύσεις, όπου ο κόσμος τρέχει να στήσει μεταλλευτικές επιχειρήσεις.
Το πλαίσιο για τις συνθήκες λειτουργίας των επιχειρήσεων του κλάδου από την μεριά της πολιτείας, βοηθάει;
Τέσσερα είναι τα πράγματα που χρειάζεται οπωσδήποτε να γίνουν: Αξιοποίηση της «Εθνικής Μεταλλευτικής Πολιτικής» και εφαρμογή της στην πράξη. Κομμάτι της προηγούμενης το «Ειδικό Χωροταξικό» που θα περιλαμβάνει όλη αυτή την προσπάθεια ανάπτυξης του κλάδου σε συνάρτηση και με άλλες δραστηριότητες. Συμμετοχή στο «Innovation Partnership» για σωστή ένταξη μας στο αναπτυξιακό σχέδιο αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πρώτων υλών και για την ίδια την Ευρώπη αλλά και για τα δικά μας τα συμφέροντα. Τέλος ο εκσυγχρονισμός της λατομικής και μεταλλευτικής μας νομοθεσίας, με την πλήρη εφαρμογή του Ν.4014 και την κωδικοποίηση όλων όσων απαιτούνται προκειμένου να στηθεί και να αδειοδοτηθεί μια νέα επιχείρηση.
Οι σχέσεις σας με το αρμόδιο υπουργείο αποτελούν κομμάτι της λύσης ή του προβλήματος;
Παρά το ότι τα τελευταία χρόνια πρόσωπα περνάνε και φεύγουν από το ΥΠΕΚΑ, είτε φιλικά είτε εχθρικά διακείμενα προς τον κλάδο μας, το πρόβλημα ξεκινά από το ότι το υπουργείο αυτό έχει πάρα πολλές αρμοδιότητες και όπως είναι φυσικό έναν προσανατολισμό γύρω από το περιβάλλον. Γι? αυτό και πιστεύουμε ότι κανονικά θα έπρεπε να ανήκουμε στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Όπως συμβαίνει και σε άλλα κράτη της Ε.Ε. και όχι μόνο. Ποτέ δεν έχουμε αισθανθεί στο ΥΠΕΚΑ ότι είμαστε μία από τις προτεραιότητες του.
Πως θα περιγράφατε την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει σήμερα οι βιομηχανίες τσιμέντου;
Το βασικό πρόβλημα είναι η έλλειψη αντικειμένου, αφού η ελληνική αγορά βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Λάθη κι εδώ γίνανε από τις κυβερνήσεις κατά καιρούς, όπως με την εισαγωγή χύδην τσιμέντου προκειμένου να πέσουν οι τιμές στην αγορά. Κατά κανόνα όμως, μιλάμε για μεγάλες επιχειρήσεις που ανήκουν σε διεθνείς ομίλους με πρότυπα, προδιαγραφές, πιστοποιήσεις, στην παραγωγή, στην διακίνηση, που επηρεάζονται εκτός από την κατάσταση στην εσωτερική αγορά και από την διεθνή εικόνα του κλάδου που δεν περνάει και την καλύτερη του φάση. Δραστηριοποιούνται δηλαδή μέσα σ? ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον, σε μια αγορά διεθνώς, που τώρα μόλις παρουσιάζει δειλά-δειλά σημάδια ανάκαμψης στις ΗΠΑ.

