ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ – Ο Ιερός Ναός του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών στην πόλη του Ηρακλείου, είναι διατηρητέο μνημείο της εποχής της Φραγκοκρατίας. Από τα μέσα του 13ου αιώνα που χρονολογείται η έναρξη κατασκευής του, με αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις στην συνέχεια μέχρι και την Τουρκοκρατία, πρόσφατα αναπαλαιώθηκε και άνοιξε τις πόρτες του για το κοινό.
Επιμέλεια: Πάνος Κατσαχνιάς
Φωτογραφίες: Πάνος Κατσαχνιάς
Οι σημαντικότερες μορφολογικές αλλαγές που υπέστη το μνημείο οφείλονται σε σημαντικές καταστροφές και ανοικοδομήσεις μετά από μεγάλους σεισμούς, καθώς και σε διαδοχικές προσθήκες 6 παρεκκλησίων στην περίοδο μέχρι και τον 17ο αι.
Η αποκατάσταση του μνημείου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Γ’ ΚΠΣ από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων (ΔΑΒΜΜ) του Υπουργείο Πολιτισμού.
Ο Ναός Πέτρου και Παύλου άρχισε να χτίζεται κατά τους πρώτους χρόνους της βενετσιάνικης κυριαρχίας ως Καθολικό της Μονής του Τάγματος των Δομινικανών (Domenicani Predicatori), ανάμεσα στα έτη 1248 και 1280. Κατασκευάστηκε αρχικά ως μονόκλιτη βασιλική με μικρό εγκάρσιο κλίτος.
Αποτελεί ένα από τα παλαιότερα μνημεία αρχιτεκτονικής των Κιστερκιανών Μοναχών, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Όταν χτίστηκε επί ενετοκρατίας τον 13ο αιώνα, υπήρξε από τους σημαντικότερους ναούς της πόλης. Το συγκρότημα του ναού στην ολοκληρωμένη του μορφή της Ενετοκρατίας αποτελείτο από τον κεντρικό επιμήκη ναό και από 6 παρεκκλήσια που τον περιέβαλαν. Επίσης, εκατέρωθεν του Πρεσβυτερίου υπήρχαν δυο διώροφοι πύργοι. Μετά την πρώτη κατάρρευση από σεισμό το 1303-4, ξανακτίστηκε ως μονόκλιτη βασιλική. Ότι σώζεται σήμερα ανήκει στο δεύτερο ναό που χτίστηκε στη θέση του αρχικού, μετά την κατάρρευσή του από σεισμό το 1508. Τα υπόλοιπα μοναστηριακά κτίσματα γύρω από τον ναό είχαν καταστραφεί και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας οικοδομήθηκαν σε επαφή με τον ναό οικίες και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις.
Από τα παλαιότερα μνημεία λοιπόν της κατηγορίας του, προκαλεί ευρύτερο ενδιαφέρον τόσο για την πορεία της μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, όσο και για την παρουσία της σε Ευρώπη και Ελλάδα.
Βρίσκεται δίπλα στο θαλάσσιο τείχος, μεταξύ του ενετικού λιμανιού και της Πύλης «Δερματά», στη σημερινή παραλιακή λεωφόρο Σοφοκλή Βενιζέλου.
Στη διάρκεια της ενετικής κυριαρχίας γίνονταν ταφές επιφανών ηγετών της Κάντια, τόσο στο εσωτερικό δάπεδο του Ναού όσο και εξωτερικά, περιμετρικά των τοίχων του.
Στο Β΄ τόμο του μνημειώδους έργου του «Monumenti Veneti nell isola di Creta», o Τζ. Τζερόλα αναφέρει ότι εκεί έχουν ταφεί οι Δούκες της Κρήτης Μάρκος Γραντόνικος (1331), Ιωάννης Μοροζίνης (1338), Μαρίνος Grimani (1348) και Φίλιππος Ντόριο (1357).
Με την έλευση της Οθωμανικής κυριαρχίας ο ʼγιος Πέτρος μετατράπηκε αμέσως σε μουσουλμανικό τέμενος στη μνήμη του Σουλτάνου Ιμπραήμ και του προστέθηκε εξωτερικά στη ΝΔ γωνία μιναρές.
ʼλλα στοιχεία, της οθωμανικής περιόδου, που αποκαλύφθηκαν κατά τις εργασίες αποκατάστασης είναι το μιχράμπ του τεμένους, τα βοτσαλωτά δάπεδα του περιβάλλοντα χώρου καθώς και ένας κεραμικός κλίβανος.
Στην αρχική του μορφή ήταν ναός μονόκλιτος, ξυλόστεγος και με ελαφρά προεξέχον εγκάρσιο κλίτος έμπροσθεν του Πρεσβυτερίου. Το τελευταίο ήταν ορθογώνιο, καλυπτόμενο από δύο χαμηλά σταυροθόλια και πλαισιωμένο από δύο συμφυή τετράγωνα παρεκκλήσια (παστοφόρια).
Η ανατολική του πλευρά διαμορφώθηκε όχι ως ημικυκλική κόγχη του ιερού, αλλά ως τετράγωνη και κοσμημένη σε όλο της το πλάτος με ένα μεγάλο τρίλοβο άνοιγμα.
Μέχρι το 15ο αι. σταδιακά προστέθηκαν τέσσερα παρεκκλήσια στη σειρά στη νότια πλευρά του ναού. Στο ένα από αυτά διατηρούνται μέχρι σήμερα τοιχογραφίες που ανήκουν στο 15ο αι., μοναδικές στην πόλη του Ηρακλείου.
Στα τέσσερα αυτά παρεκκλήσια βρέθηκαν ταφές η μια από τις οποίες σε τάφο με μαρμαρόγλυφη διακόσμηση. Το 14ο αι. προστέθηκε και το ΝΑ παρεκκλήσιο που λόγω της μεγάλης του διάστασης έχει εξωτερική είσοδο προς τη νότια πλευρά του αρχικού παρεκκλησίου.
Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι ειδικά ως προς τη διώροφη διάταξη των αρχικών παρεκκλησίων του Ιερού, αυτή δεν έχει εντοπιστεί σε άλλο μνημείο της κατηγορίας του. Ήδη στην Κρήτη ο Ναός του Αγίου Πέτρου έχει αποτελέσει πρότυπο για τον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Χανίων κατά το γύρισμα του 13ου προς το 14ο αιώνα.
Οι επιμέρους πολλαπλές ιδιομορφίες του μνημείου, που εντοπίστηκαν κατά τις εργασίες αποκατάστασης, φανερώνουν συγγένειες με απολύτως σύγχρονά του κτίσματα της ίδιας αρχιτεκτονικής μορφής στη Γαλλία και στην Ιταλία του 13ου αιώνα στο Silvanes, το Venzone και το Rieti.
Το κτίριο υπέστη εκτεταμένες καταστροφές από σεισμούς που έγιναν από τον 14ο μέχρι τον 18ο αιώνα. Η τολμηρή αρχιτεκτονική του μνημείου με τις μεγάλες διαστάσεις ως προς το μήκος (54μ.), το πλάτος (15μ.) και το ύψος (12μ.) του κεντρικού του κλίτους, σε συνδυασμό με την απουσία αντηρίδων κατά μήκος του βορείου και του νοτίου τοίχου του, φαίνεται ότι συντέλεσαν στην εν μέρει κατάρρευσή του τρεις φορές από σεισμούς, κατά τις αρχές του 14ου αιώνα, στις αρχές του 16ου και κατά τον 18ο. Κατά τον σεισμό του 18ου αιώνα καταστράφηκαν: 1) η στέγη, 2) το μεγαλύτερο μέρος του βορείου τοίχου, 3) το ΒΑ παρεκκλήσιο του 14ου αιώνα, 4)το ΝΔ παρεκκλήσιο του 15ου αιώνα, 5) το ανατολικό σταυροθόλιο με τμήμα του τριλόβου παραθύρου, 6) η ΒΔ εξωτερική παραστάδα και 7) το άνω μέρος του δυτικού τοίχου του Ναού.
Τον 19ο αι. μετά από νέες καταρρεύσεις, το ένα σταυροθόλιο του ιερού μετατράπηκε σε θόλο και ο βόρειος τοίχος ανακατασκευάστηκε. Τα κελιά σταδιακά καταστράφηκαν, καλύφθηκαν και στις αρχές του 20ού αι. χτίστηκε το κτίριο της Καστέλας που κάλυψε μεγάλο μέρος στα βορειοανατολικά του χώρου του μοναστηριού και μέρος των κελιών. Μετά την απελευθέρωση ο ναός χρησιμοποιήθηκε ως κινηματογράφος και αργότερα ως ξυλουργείο. Πριν την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων στο χώρο της Καστέλας, υπήρχε σταφιδεργοστάσιο και στη συνέχεια κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία «Καστέλα» απ’ όπου προέρχεται και η σημερινή επωνυμία του χώρου. Η στέγη του σωζόταν μέχρι τη δεκαετία του ´70.
SeparatorBetweenMainTextsΌπως επισημαίνει η αρχιτέκτονας-μηχανικός της 13ης Εφορίας Δάφνη Χρονάκη, η κατασκευή του ναού είχε εξαρχής σοβαρότατα προβλήματα στατικής επάρκειας: μικρό πάχος τοίχων, υψίκορμες αναλογίες, έλλειψη συνδετήριων στοιχείων και διαφραγμάτων. Όλα αυτά συντέλεσαν στις επανειλημμένες καταρρεύσεις και στην πολύ μεγάλη δυσκολία στατικής αποκατάστασης.
Μετά από προσπάθειες δεκαετιών για την εξεύρεση αποδεκτής λύσης στατικής ενίσχυσης και αρχιτεκτονικής αποκατάστασης, εγκρίθηκε η κατασκευή οκτώ λιθόκτιστων αντηρίδων με αντίστοιχες εσωτερικές κτιστές νευρώσεις στον βόρειο τοίχο και τριών μικρότερων αντηρίδων στον νότιο τοίχο.
Το έργο εντάχθηκε στο ΠΕΠ Κρήτης με αρχικό προϋπολογισμό 3.200.000 ευρώ που με τις εκπτώσεις έπεσε στα 2.400.000, ενώ υπήρξε και έργο 200.000 ευρώ με αυτεπιστασία της 13ης Εφορίας για την ανασκαφική έρευνα στους βενετσιάνικους τάφους που εντοπίστηκαν και τη συντήρηση των κινητών ευρημάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι είκοσι δύο τάφοι καταστράφηκαν για να θεμελιωθούν οι αντηρίδες στη βόρεια πλευρά και πέντε-έξι καταστράφηκαν στο εσωτερικό του ναού οι οποίοι, ωστόσο, αποτυπώθηκαν και σχεδιάστηκαν.
Ανακατασκευάστηκε το τρίλοβο παράθυρο του δυτικού τοίχου, ενώ εκείνο του ανατολικού παρέμεινε τοιχισμένο κυρίως για στατικούς λόγους και διατήρησε τον κυκλικό φεγγίτη της οθωμανικής περιόδου. Για στατικούς επίσης λόγους ανακατασκευάστηκαν δύο παρεκκλήσια, το Βορειοανατολικό και το Νοτιοδυτικό.
Η πλακόστρωση του ναού είναι του 14ου αιώνα που κρατήθηκε και διορθώθηκε. Στο εσωτερικό του ναού σώζονται τμήματα βυζαντινών τοιχογραφιών, ενώ σε άλλα σημεία υπάρχουν ίχνη. Οι τοιχογραφίες, έχουν υποστεί τεράστιες φθορές λόγω της γειτνίασης του ναού με τη θάλασσα και όσες έχουν παραμείνει χρήζουν συνεχούς φροντίδας.
Η στέγαση του ιερού ναού του Αγίου Πέτρου με χαλκό, προτιμήθηκε μιας και είναι ένα έργο που προορίζεται να ζήσει πολλά χρόνια κι αυτό γιατί ο χαλκός είναι το μοναδικό υλικό που έχει απεριόριστη διάρκεια ζωής χάρη στις φυσικές ιδιότητές του, αφού το κτίσμα είναι τοποθετημένο σε περιοχή που βρίσκεται δίπλα στην θάλασσα.
Η επικάλυψη της στέγης του ναού έγιναν από προπατιναρισμένα φύλλα χαλκού, πάχους 7 χιλ., συνολικού βάρους 5 τόνων που τοποθετήθηκαν σε επιφάνεια 740 τ.μ., πάνω σε καθαρό υπόστρωμα στέγης αφού είχαν εκ των προτέρων διαμορφωθεί όλες οι απαιτούμενες μονώσεις και στεγανοποιήσεις του περιβλήματος.
Ο εργολάβος για τη στατική ενίσχυση και αρχιτεκτονική αναστήλωση του μνημείου εγκαταστάθηκε τον Οκτώβριο του 2007 και τέλειωσε το Μάρτιο του 2009.
Γύρω από τη Μονή με το επιβλητικό Καθολικό και τα προσκτίσματά της – στον περιβάλλοντα χώρο του ναού – έχουν αποκαλυφθεί σημαντικά λείψανα αρχαιότερων ιστορικών φάσεων της πόλης που ανήκουν στις περιόδους της Αραβικής κατάκτησης, της Β΄ Βυζαντινής και της πρώιμης Ενετικής κυριαρχίας.
Η προσωρινή παραλαβή του έργου έγινε στις αρχές του 2010. Εκκρεμεί η διαμόρφωση και η ανάδειξη του περιβάλλοντος χώρου, έτσι ώστε η αποκατάσταση του μνημείου να ολοκληρωθεί πλήρως και να αποδοθεί στους επισκέπτες.
Το προτεινόμενο έργο αφορά στην διαμόρφωση του άμεσα περιβάλλοντα χώρου του μνημείου για την διευκόλυνση της επισκεψιμότητάς του, την οριοθέτηση της πορείας των επισκεπτών του στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Καστέλας, καθώς και στον ηλεκτροφωτισμό του για την ανάδειξη του μνημειακού του χαρακτήρα.
Οι σημαντικότερες εργασίες που προβλέπεται να γίνουν, είναι συνοπτικά οι εξής:
- Διαμόρφωση κύριας εισόδου επισκεπτών και δευτερεύουσας για την περιοδική είσοδο οχημάτων
- Δημιουργία ράμπας εισόδου- κίνησης ατόμων ΑΜΕΑ
- Κατασκευή και τοποθέτηση νέου φυλακίου και διαμόρφωση χώρων εξυπηρέτησης κοινού (WC επισκεπτών, ενημερωτικού περιπτέρου, κλπ.)
- Διαμόρφωση διαδρομών κίνησης επισκεπτών στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Καστέλας είτε μέσω υπερυψωμένων διαδρόμων, όμοιων με τους υπάρχοντες, είτε με χρήση πρόσθετων βαθμίδων από ξύλο για την επίσκεψη των χαμηλότερου ύψους λείψανα τοίχων
- Συντήρηση και τοπική αντικατάσταση υπάρχουσας περίφραξης. Κατασκευή νέας περίφραξης όμοιας με τη υπάρχουσα στην δυτική και νότια πλευρά
- Διευθέτηση απορροής ομβρίων και λήψη των απαραίτητων αποστραγγιστικών μέτρων
- Εργασίες ηλεκτροφωτισμού, πυρόσβεσης κλπ. και εγκατάσταση φωτιστικών σωμάτων για τον φωτισμό και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και του μνημείου.
Με το σύνολο λοιπόν των επεμβάσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί αλλά και που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν στο μέλλον, το μνημείο ναι μεν απέκτησε διαφορετική όψη εξωτερικά, αλλά τα υλικά και η φιλοσοφία δόμησης των προσθηκών του δεν ανταγωνίζονται τα σωζόμενα στοιχεία του. Έτσι, παρά τις επιμέρους αλλαγές, ο ναός παρέμεινε ένα σημαντικό κτήριο ορόσημο για την πόλη του Ηρακλείου.

