Η καινούργια τάση στην παραγωγή μηχανημάτων κατεδάφισης και ανακύκλωσης στρέφεται στη διαλογή και επαναχρησιμοποίηση προϊόντων από τις κατεδαφίσεις, σε μια προσπάθεια να προστατευθεί το περιβάλλον και να εξοικονομηθούν φυσικοί πόροι.
Του κ. Πάρη Χαρλαύτη*
Αν και η μεθοδολογία στις κατεδαφίσεις με μηχανικά μέσα έχει παραμείνει σχετικά σταθερή, τα μηχανήματα εξελίσσονται ολοένα και περισσότερο. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να εκτελεστεί κατεδάφιση άνευ μελέτης και χωρίς τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας. Ωστόσο, είναι λιγότερο σύνθετη από την κατεδάφιση με εκρηκτικά, η οποία απαιτεί μεγαλύτερη εξειδίκευση, ειδικό λογισμικό προσομοίωσης και έχει περισσότερους βαθμούς επικινδυνότητας.
Οι εταιρείες βελτιώνουν συνεχώς τα μοντέλα τους κατασκευάζοντας νέα, ελαφρύτερα, πιο αξιόπιστα, πιο ευέλικτα και αποδοτικότερα, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη εξοικονόμηση για την εργολήπτρια εταιρεία και περισσότερη ασφάλεια για το χειριστή. Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχει διαδραματίσει και η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δίχως αμφιβολία, η αγορά των μηχανημάτων κατεδάφισης χαρακτηρίζεται από εξελιγμένο και σύγχρονο εξοπλισμό. Μπορεί κανείς να συναντήσει ερπυστριοφόρα ή ελαστικοφόρα διαφόρων μεγεθών, ανάλογα με τις απαιτήσεις της κατεδάφισης, στα οποία προσαρμόζεται πληθώρα εξαρτημάτων που τα καθιστούν περισσότερο αποτελεσματικά.
Με τη συμπλήρωση μισού και πλέον αιώνα οικοδομικού οργασμού, τον οποίο διαδέχτηκε μια πρωτοφανής κρίση για τα ελληνικά κατασκευαστικά δεδομένα, εμπλουτίζεται σταδιακά και στη χώρα μας το τεχνικό λεξιλόγιο με όρους όπως είναι «βιωσιμότητα των κατασκευών» και «ανακύκλωση των οικοδομικών υλικών». ʼλλωστε, το οπλισμένο σκυρόδεμα και τα συστατικά του αποτελούν προϊόντα βιομηχανικής κατεργασίας, γεγονός που προβληματίζει τον κλάδο σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος.
Έως τώρα, η κατασκευαστική διαδικασία απαιτούσε τα μηχανήματα κατεδάφισης να εκτελούν τυπικά το έργο τους, να χρησιμοποιούν επιτόπου όσα υλικά ήταν χρήσιμα, κυρίως για επίχωση ή για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, και τα υπόλοιπα προϊόντα να οδηγούνται σε κάποιο κλειστό λατομείο προς αποκατάσταση ή σε χωματερές για επικάλυψη των απορριμμάτων.
Απέχουμε μόλις δέκα χρόνια από την επίσημη έναρξη της οικονομικής κρίσης, και μόλις δεκαπέντε από την ολοκλήρωση των ολυμπιακών έργων, αλλά οι καταιγιστικές εξελίξεις και αλλαγές στον κατασκευαστικό κλάδο, τα κάνουν να φαντάζουν ως αιωνιότητα.
Η Ελλάδα του 20ού αιώνα δεν γνώριζε πολλά περί ανακύκλωσης και ήταν ελάχιστα εξοικειωμένη με την επανάχρηση ακινήτων. Σε μεγάλο βαθμό, στον κατασκευαστικό κλάδο μονοπωλούσαν τα νέα έργα. Λογικό για μια χώρα η οποία είχε έλλειψη τόσο σε ακίνητα, όσο και σε υποδομές. Τα πρώτα μαζικά άρθρα στη χώρα μας σχετικά με τη βιωσιμότητα των κατασκευών γράφτηκαν όταν έγινε γνωστός ο στόχος των διοργανωτών της Ολυμπιάδας του Λονδίνου το 2012 για τους πρώτους «πράσινους» Ολυμπιακούς Αγώνες. Ήταν η πρώτη φορά που παρουσιάστηκε από τους διοργανωτές έκθεση για να μειωθεί το αποτύπωμα του διοξειδίου του άνθρακα κατά χιλιάδες τόνους από την προμήθεια των υλικών και την κατασκευή των έργων.
Σήμερα υπάρχουν και στη χώρα μας νομοθετικές πρωτοβουλίες όπως η ΚΥΑ 36259/1757/Ε103 (που αναφέρεται σε απορρίμματα από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις [Α.Ε.Κ.Κ.]), οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν τον κατασκευαστικό κλάδο σε μια «οικολογική» στροφή, επιτυγχάνοντας τόσο οικονομικά όσο και περιβαλλοντικά οφέλη.
Έχουν επίσης αρχίσει να κάνουν έντονη την παρουσία τους και στη χώρα μας μηχανήματα ανακύκλωσης σκυροδέματος δύο κατηγοριών: α) μηχανήματα ανακύκλωσης και διαχείρισης των υπολειμμάτων σκυροδέματος στα οχήματα μεταφοράς και άντλησης, καθώς και στα μηχανήματα της παραγωγής και β) μηχανήματα και συγκροτήματα για την ανακύκλωση του σκυροδέματος και την παραγωγή ανακυκλωμένων αδρανών υλικών.
Τα πρώτα εφαρμόζουν ένα σύστημα πλύσης που οδηγεί σε μια διαδικασία διαλογής αδρανών. Στην έξοδο του συστήματος εξέρχονται πλυμένα τα αδρανή υλικά και διαχωρισμένα σε διάφορες διαβαθμίσεις. Και συνήθως, το νερό που απαιτείται για την πλύση και για τα οχήματα προέρχεται από ανακύκλωση.
Τα δεύτερα χωρίζονται σε αυτοφερόμενα και σε μόνιμα συγκροτήματα ανακύκλωσης. Τα αυτοφερόμενα επιτελούν τη θραύση απευθείας στο εργοτάξιο, μειώνοντας το κόστος κατασκευής και την ατμοσφαιρική ρύπανση, ενώ τα μόνιμα συγκροτήματα των κέντρων ανακύκλωσης (όπως χρησιμοποιούνται σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις) είναι ολοκληρωμένα εργοστάσια παραγωγής. Τα εργοστάσια αυτά διαθέτουν εξελιγμένα μηχανήματα καθαρισμού θραύσεως και διαλογής (μηχανικής ή με μαγνήτες), επιτυγχάνοντας διαχωρισμό, κοσκίνισμα, πλύση του λεπτόκοκκου υλικού και έλεγχο της παραγωγής.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα είναι αισιόδοξη και δείχνει το δρόμο, κινούμενη προς την εργαστηριακή σύνθεση ενός περισσότερο «οικολογικού» σκυροδέματος με τη χρήση ανακυκλωμένων υλικών.
Την πιο πρωτοπόρα έως σήμερα πρόταση –αν και παραμένει σε ερευνητικό επίπεδο– αποτελεί το ρομπότ ανακύκλωσης σκυροδέματος ERO, το οποίο σχεδιάστηκε να διαλύει με αποτελεσματικότητα δομές από μπετόν χωρίς να παράγει απόβλητα ή σκόνη, επιτυγχάνοντας ανάκτηση πολύτιμων υλικών προς επαναχρησιμοποίηση σε νέα κτίρια.
Το ρομπότ ERO ήταν το θέμα της διατριβής του Omer Haciomeroglou, ο οποίος ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στο Ινστιτούτο Σχεδίου του Ούμεο στη Σουηδία, και βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο της Εταιρείας Βιομηχανικών Σχεδιαστών της Αμερικής (Industrial Designers Society of America – IDSA) το καλοκαίρι του 2013.
Βάσει του σχεδίου, σε πρώτη φάση, το ρομπότ σαρώνει τα κτήρια για να καθορίσει ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για την κατεδάφιση. Έπειτα, εκτοξεύει νερό με υψηλή πίεση, ενώ στη συνέχεια απορροφά και διαχωρίζει το σκυρόδεμα σε τσιμέντο, χαλίκια και νερό. Κατόπιν, στέλνει τα χαλίκια και τον φιλτραρισμένο αφρό σκυροδέματος σε ξεχωριστές μονάδες για συσκευασία. Τα χαλίκια συσκευάζονται σε μεγάλες τσάντες με σήμανση και αποστέλλονται για επαναχρησιμοποίηση, ενώ το νερό ανακυκλώνεται στο σύστημα.
Ένα μέρος των ενεργειακών αναγκών του ρομπότ καλύπτεται από τις αναταράξεις κατά τη διαδικασία της κατεδάφισης. Όταν η κατεδάφιση ολοκληρωθεί, στην ουσία τίποτα δεν έχει καταλήξει στη χωματερή ούτε έχει σταλεί σε μονάδες για περαιτέρω επεξεργασία.
Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ευχάριστα ότι εταιρείες και επιστημονική κοινότητα έχουν ευθυγραμμιστεί στην προσπάθεια παραγωγής μηχανημάτων τα οποία θα έχουν τη δυνατότητα διαλογής και επαναχρησιμοποίησης προϊόντων στην πηγή (κατεδάφιση). Το γεγονός αυτό μπορεί οδηγήσει σε δραστική μείωση του ενεργειακού αποτυπώματος της κατασκευαστικής διαδικασίας και να επιτύχει σημαντική εξοικονόμηση στη χρήση φυσικών πρώτων υλών, οι οποίες έχει καταστεί σαφές τα τελευταία χρόνια ότι δεν είναι ανεξάντλητες.
*Ο κ. Πάρης Χαρλαύτης είναι πολιτικός μηχανικός και γενικός γραμματέας του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος.

