ΑρχικήΕπικαιρότητα«ʼνοιγμα στην...

«ʼνοιγμα στην αγορά με στόχο την αξιοποίηση και όχι την παραχώρηση»

Η κ. Λίνα Μενδώνη Γενική Γραμματέας του ΥΠΠΟ, μίλησε στα «ΕΘ» με αφορμή τα μεγάλα έργα πολιτιστικού χαρακτήρα που κατασκευάζονται στην ευρύτερη περιοχή του λεκανοπεδίου, δημιουργώντας νέους πόλους έλξης τόσο για τους κατοίκους, όσο και για τους επισκέπτες.

Συνέντευξη: Πάνος Κατσαχνιάς
Φωτογραφίες: Μαρία Σταυριανού

Τα τελευταία 15 περίπου χρόνια, λόγω και της προηγούμενης θητείας της στην ίδια θέση το 1999 με 2004, έχει γνωρίσει και επηρεάσει όσο λίγοι, τις όποιες κυβερνητικές επιλογές σχετικές με τον πολιτισμό. Ενδεικτή άλλωστε και η προτροπή του απερχόμενου Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Κώστα Τζαβάρα κατά την τελετή παράδοσης στον νέο Υπουργό Πολιτισμού Πάνο Παναγιωτόπουλο μετά τον πρόσφατο αναχηματισμό, να διατηρήσει στην θέση της την κ. Μενδώνη καθώς εκτός των άλλων: «είναι η αναγνωρισμένη θεσμική μνήμη αυτού του Υπουργείου».

«Στους ιδιαίτερα χαλεπούς καιρούς της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης» όπως τόνισε κατά την ομιλία του και ο νέος Υπουργός, το ερώτημα που εύλογα προκείπτει στους περισσότερους είναι, πως ένα παραδοσιακά υποχρηματοδοτούμενο υπουργείο απ? όλες τις κυβερνήσεις -όπως αυτό του Πολιτισμού- μπορεί να εκπληρώνει με επιτυχία τον ρόλο του. ʼν δηλαδή, δεν μπορεί καλά-καλά να χρηματοδοτεί επαρκώς τις ίδιες του τις υπηρεσίες, ποιος ο λόγος να μιλάει κανείς για υλοποίηση έργων;

Από την άλλη, ότι μεγάλο έργο έχει γίνει, γίνεται, η πρόκειται να γίνει, οφείλεται κατά κύριο λόγο, σε κοινοτική χρηματοδότηση. Περί τα 591 τέτοια έργα, εντάχθηκαν από το 2010 έως σήμερα. Κι όσα δεν έχουν χρηματοδοτηθεί από την κοινότητα, έχουν υλοποιηθεί χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Όπως για παράδειγμα το ΚΠΙΣΝ στο Φάληρο. Μια εξαιρετικά σημαντική και μεγάλη παρέμβαση για τα πολιτιστικά πράγματα της χώρας, που δημιουργεί δύο κρίσιμες υποδομές με ιδιωτικά κεφάλαια.

Η σχετικά με την πρωτοβουλία της «Πολιτιστικής Ακτής Πειραιά» και το Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων, όπου το ίδιο το έργο θα κατασκευαστεί με ευρωπαϊκά κονδύλια, ενώ η μουσειολογική μελέτη, η εκπόνηση των τευχών για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, τα βραβεία κλπ, καλύφθηκαν όλα από την χρηματοδότηση του ίδιου του ΟΛΠ.

Παραδείγματα που σύμφωνα με την κ. Μενδώνη δείχνουν τον δρόμο για την ανάγκη επίτευξης μιας «διαφορετικής» όσο και «καλύτερης» από την έως τώρα ανάπτυξη. Μια διαδικασία την οποία όπως μας τόνισε η ίδια, ως Υπουργείου Πολιτισμού γνωρίζουν πολύ καλά να κάνουν.

Ποια είναι η σχέση πολιτισμού και οικονομίας;

Ξεκινώντας να σας απαντώ από την επιστημονική βάση του θέματος αυτού, θα έλεγα ότι δεν είναι κάτι που είναι καινούργιο. Αν ανατρέξει κάποιος στην σχετική βιβλιογραφία θα δει πως είναι πλέον αποδεκτό πως ο πολιτισμός έχει άμεση σχέση με την οικονομία με την έννοια ότι μπορεί -και πρέπει κατά την γνώμη μου- να αποτελέσει μια οριζόντια πολιτική ειδικά για χώρες σαν την Ελλάδα.

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που έχουμε τόσα πολλά μνημεία και τόσους πολλούς αρχαιολογικούς χώρους κι έχουμε φτιάξει –και συνεχίζουμε να φτιάχνουμε- τόσα πολλά μουσεία, όλα αυτά αναφέρονται σε τρείς κυρίως λόγους:

Για να προστατέψουμε το πολιτιστικό μας αγαθό, το πολιτιστικό μας απόθεμα.

Γιατί μέσω αυτών πρέπει να διδάξουμε τους πολίτες, μιας και αυτή είναι και η έντονη σχέση της παιδείας με τον πολιτισμό. Όλοι πρέπει να αποκτήσουμε μια τέτοιου είδους αγωγή, δηλαδή του να αγαπάμε, να σεβόμαστε, ένας πολιτισμός της καθημερινότητας δηλαδή.

Γιατί πρέπει να προσελκύσουμε έναν ποιοτικό τουρισμό, μιας και η Ελλάδα είναι μια χώρα που «ζει» από τον τουρισμό. Όσο λοιπόν, περισσότερες επενδύσεις γίνονται στον πολιτισμό, ακόμα και στον σύγχρονο πολιτισμό, όπως δηλαδή ένα πολύ καλό φεστιβάλ, μπορούν να δώσουν διέξοδο σε πόλεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα ανεργίας, στρεβλής ανάπτυξης. Αυτό έχει συμβεί στο εξωτερικό σε πάρα πολλές περιπτώσεις.

Μ΄αυτήν την έννοια λοιπόν και με πολλές άλλες παραμέτρους, πιστεύω κι εγώ απόλυτα ότι ο πολιτισμός είναι ένα αναπτυξιακό εργαλείο, που ως τέτοιο συνδέεται άμεσα με την οικονομία. Θα σας πω ένα παράδειγμα: Στην Βεργίνα, πριν από τις διάφορες ανακαλύψεις και την κατασκευή του «μουσείου» που καλύπτει τους περίφημους βασιλικούς τάφους, ήταν το χωριό με το παραδοσιακό του καφενείο κι ότι έχει τέλος πάντων ένα ελληνικό χωριό.

Μετά από την ανακάλυψη αυτή του Ανδρόνικου και τις επενδύσεις του Υπουργείου Πολιτισμού, που δημιούργησαν αυτό το επιτόπιο μουσείο που διαμορφώθηκε με τους τύμβους, έχει αναπτυχθεί μια οικονομία με καταστήματα εστίασης, με καταστήματα πώλησης αναμνηστικών, αντιγράφων, με ταξιδιωτικά γραφεία μιας και η Βεργίνα είναι πλέον από τους χώρους με την μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε λίγο πολύ σε όλες τις περιοχές που γίνεται μια σημαντική επένδυση στον χώρο του πολιτισμού.

Που έχουν μείνει «πίσω» τα πράγματα που τώρα εσείς θέλετε να «τρέξετε»;

Βασικά είναι δύο πράγματα. Το ένα είναι η αντίληψη. Στους ανθρώπους του πολιτισμού και ειδικά στα στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, μέχρι τα τελευταία χρόνια υπήρχε μία άρνηση να αποδεχθούν ότι ο πολιτισμός είναι και οικονομία. Με την έννοια ότι θεωρούσαν ότι αυτά οφείλουμε να τα κάνουμε και ότι αν τώρα δεν απευθυνθούμε και στους επισκέπτες δεν πειράζει. Αν έρθουνε και οι επισκέπτες, καλό και κακό μαζί.

Σήμερα όμως πλέον αυτό το πράγμα πρέπει να συστηματοποιηθεί. Από την στιγμή πλέον που γίνονται αυτές οι επενδύσεις, πρέπει να γίνονται προς την κατεύθυνση της προσέλκυσης του κόσμου. Ο αρχαιολογικός χώρος η το μουσείο δεν έχει νόημα να γίνουν μόνο για τους ειδικούς. Πρέπει να γίνουν φιλικά για τον απλό κόσμο.

Πρώτα και κύρια γιατί αυτός ο κόσμος πρέπει να «παιδευτεί», πρέπει να μάθει, πρέπει να ψυχαγωγηθεί στους χώρους αυτούς και δεύτερον γιατί πρέπει να γίνουν «φιλικοί», για να προσελκύσουν τους ξένους, τους τουρίστες, τους επισκέπτες, ώστε να επισκεφθούν τους χώρους αυτούς, πράγμα που στην πραγματικότητα σημαίνει ότι θα παρατείνουν την παραμονή τους σ΄ένα τόπο. Με ότι αυτό σημαίνει για την οικονομία.

Τί χρειάζεται λοιπόν, για να επιτευχθούν όλα αυτά;

Μια συνολική στρατηγική. Χρειάζεται μια πολύ καλή μελέτη η οποία βέβαια θα πρέπει να υλοποιηθεί για να μπορέσει να φανεί –γιατί δεν αρκεί από μόνη της- ακολουθούμενη από μία σωστή προβολή και επικοινωνία του έργου. Όλα αυτά απαιτούν μια στρατηγική. Με αυτή την έννοια λέω εγώ πάντοτε ότι ο πολιτισμός είναι αναπτυξιακό εργαλείο και συνδέεται με την οικονομία.

Για παράδειγμα η «Πολιτιστική Ακτή» Πειραιά. Η σύλληψη –γιατί η ιδέα ήταν του Γιώργου Ανωμερίτη, να δημιουργηθεί κάτι πολιτιστικό- το τι θα ήταν αυτό το συγκεκριμενοποιήσαμε εμείς. Πως ξεκίνησε. Ο κ. Ανωμερίτης έχει την ευθύνη του ΟΛΠ, έχει την ευθύνη της κρουαζιέρας, τον ενδιαφέρει το λιμάνι να αποκτήσει ζωή. Και να αποκτήσει ζωή αυτού του επιπέδου.

Πρέπει λοιπόν, να κρατήσουμε τους ανθρώπους που τώρα φεύγουνε από τον Πειραιά. Πρέπει να τους κρατήσουμε στο λιμάνι, πρέπει να τους κρατήσουμε στον Πειραιά για να υπάρχει κι ένα όφελος στην τοπική κοινωνία. Δεν μπορούμε να ξεχνάμε την τοπική κοινωνία, γιατί στον τόπο τους αναπτύσσονται πράγματα, που αν θέλετε για πολλούς μπορεί να έχουν και δυσάρεστες συνέπειες γιατί θέλουν π.χ. την ησυχία τους. Πρέπει λοιπόν, να τους δώσεις και το ανταποδοτικό όφελος.

Οι άνθρωποι λοιπόν, που φτάνουν με τις κρουαζιέρες και μετά την επένδυση που πρόκειται να κάνει ο ΟΛΠ με την διεύρυνση του λιμένος για να δέχεται ακόμα περισσότερα και άλλου δυναμικού κρουαζιερόπλοια, στάθηκε η αφορμή για να σκεφτεί ο κ. Ανωμερίτης ως έχων την ευθύνη του ΟΛΠ και της ανάπτυξης του λιμανιού, ότι εδώ πρέπει να κρατήσουμε με κάτι ποιοτικό τους ανθρώπους που έρχονται.

Ποιο θα είναι αυτό; Το να φτιάξουμε έναν πολιτιστικό χώρο. Ένα πολιτιστικό χώρο που θα πρέπει να έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Απευθύνθηκε λοιπόν, σε εμάς ρωτώντας μας τι θα προτείναμε κι έτσι καταλήξαμε στο Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων.

Έργα που γίνονται ή που πρόκειται να γίνουν στην Αθήνα

Αυτή την στιγμή στην Αθήνα συντελείται ένα πολύ μεγάλο έργο πολιτιστικού χαρακτήρα. Η Εθνική Πινακοθήκη με προϋπολογισμό 34 εκατ. ευρώ για την ανακατασκευή της και με 14 εκατ. ευρώ επιπλέον που συνεισφέρει το Ίδρυμα Νιάρχου για την κατασκευή της νέας επέκτασης, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο πρώην εργοστάσιο ΦΙΞ στην Καλλιρρόης, το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης στην καρδιά πόλης ανάμεσα στην ρωμαϊκή και αρχαία Αγορά.

Ένα έργο το οποίο θα εκτίνεται σε 17 κτήρια της περιοχής, τα οποία θα αποκατασταθούν στην αρχική μορφή τους της προπολεμικής εποχής με προϋπολογισμό 14 εκατ. ευρώ. Μετά την σταδιακή απαλλοτρίωση τους από το Υπουργείο, κάθε κτήριο θα φιλοξενεί μία συλλογή από τις πολύ πλούσιες που διαθέτει το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Το «Ακροπόλ» επί της Πατησίων -ένα προβληματικό κτήριο για την πόλη στην τωρινή του μορφή- που θα ξεκινήσει σύντομα. Το «Μέγαρο Λοβέρδου/Τσίλερ» στην Μαυρομιχάλη, ένα ερειπωμένο κτήριο εξαιρετικής όμως ομορφιάς και αρχιτεκτονικής σημασίας, που αποκαθίσταται κι αυτό με κονδύλια από το ΕΣΠΑ, ώστε να ανοίξει για το κοινό φιλοξενώντας την συλλογή Λοβέρδου του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας.

Ο περιβάλλον χώρος του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Αυτή η έκταση των τριάντα περίπου στρεμμάτων και η ενοποίηση της με τον χώρο του Λυκείου του Αριστοτέλη που αυτή την στιγμή αποκαθίσταται χάρη σε μία χορηγία του ΟΠΑΠ της τάξης του 1,5 εκατ. ευρώ. Ολοκληρώθηκε πάλι με χορηγία του ΟΠΑΠ αυτή την περίοδο το Μέγαρο της Δουκίσης Πλακεντίας που βρίσκεται μέσα στους χώρους του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας. Το θέατρο REX στην Πανεπιστημίου το οποίο αποκαθίσταται με τις εργασίες να βρίσκονται σε εξέλιξη.

Η εκκλησία των Καθολικών στην Πανεπιστημίου, ο ʼγιος Διονύσιος που τελειώνει. Ο ʼγιος Κωνσταντίνος στην Ομόνοια. Ένα προβληματικό κτήριο μετά τους σεισμούς, το οποίο ερχόταν σε τρανταχτή αντίθεση μετά την ανακατασκευή του Εθνικού Θεάτρου απέναντί του. Έχει εγκατασταθεί το εργοτάξιο και έχουν ξεκινήσει οι εργασίες αποκατάστασης του. Η Μητρόπολη μέσω εθνικών πόρων ολοκληρώνει μέχρι το τέλος της χρονιάς το αναστηλωτικό της κομμάτι ενώ το έργο της συντήρησης των αγιογραφιών της έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ με ένα κονδύλι της τάξης των 2.300.000. ευρώ. Το ίδιο συμβαίνει με τον ʼγιο Νικόλαο στην Αχαρνών και την Αγία Μαρίνα στο Θησείο, δηλαδή εκκλησίες που αποτελούν τοπόσημα για την πόλη.

Το έργο που ήδη εκτελούμε ως Υπουργείο στην Ακαδημία Πλάτωνος με σκοπό να αποδοθούν ακόμη 4,5 στρέμματα στο αρχαιολογικό χώρο. Αυτό θα γίνει με την κατεδάφιση απαλλοτριωμένων από εμάς παλαιών κτισμάτων που φιλοξενούσαν αρχαία που με την σειρά τους θα φιλοξενηθούν σε επισκέψιμες αποθήκες που θα κατασκευαστούν και που είναι ότι πιο σύγχρονο στον τομέα της μουσειολογίας για την φύλαξης των αρχαίων ευρημάτων. Ευρημάτων που θα μπορούν να επισκέπτονται οι ειδικοί αλλά και ομάδες επισκεπτών που θα μπορούν να παρακολουθούν την εξέλιξη των εργασιών σ? αυτά.

Ετοιμάζουμε τα τεύχη ώστε να βγει το φθινόπωρο στον αέρα ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το Αρχαιολογικό Μουσείο της Πόλης των Αθηνών που δεν υπάρχει έως σήμερα και που θα προσφέρει ανάπτυξη σε μια υποβαθμισμένη περιοχή όπως η Ακαδημία Πλάτωνος.

Τι γίνεται με την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου;

Στην περίπτωση της πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου συνεργαζόμαστε και με τον Δήμο Αθηναίων και με το ίδρυμα Ωνάση -άλλωστε υπάρχει και πρωτόκολλο που έχει υπογραφεί σε κυβερνητικό επίπεδο, ανάμεσα στο Υπουργείο Περιβάλλοντος το Υπουργείο Πολιτισμού και το Υπουργείο Δημοσίων Έργων- ακριβώς υποστηρίζοντας την συγκεκριμένη πρωτοβουλία.

Πολύ σύντομα οι σχετικές μελέτες θα ολοκληρωθούν και το έργο θα μπορέσει να προχωρήσει. Από την άλλη για οτιδήποτε γίνεται στην Αθήνα καλώς η κακώς έχουμε εμπλοκή. Είτε γιατί στην περίπτωση της Πανεπιστημίου εμπλεκόμαστε λόγω των τριών κτηρίων: της Ακαδημίας, των Προπυλαίων και της Βιβλιοθήκης, η μιας άλλης σειράς κτηρίων που είναι χαρακτηρισμένα ως μνημεία: το Νομισματικό Μουσείο, τον ʼγιο Διονύσιο, οπότε εμπλοκή θα είχαμε ούτως η άλλως, αφού όλα αυτά τα έργα αδειοδοτούνται και από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων και από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, αφού όλη η Αθήνα είναι κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος.

Αλλάζει δηλαδή, ο πολιτιστικός χάρτης της Αθήνας;

Μέσω των πολιτιστικών επενδύσεων αυτή την στιγμή στην Αθήνα δημιουργούνται δύο άξονες. Εκείνος της Συγγρού με αφετηρία το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, την Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, θα συνεχίζει με το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος με την Νέα Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη, θα καταλήγει στην ανάπλαση του Φαληρικού μετώπου και στην οικία «Κουλούρα» στο Παλαιό Φάληρο, το Μουσείο Παιχνιδιού του Μουσείου Μπενάκη. Με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Ο δεύτερος άξονας είναι η Πειραιώς που ήδη έχει αναπτυχθεί. Όπου αν ευοδωθούν και οι προσπάθειες του Υπουργού για μετεγκατάσταση του Υπουργείου στο κτήριο του εργοστασίου «Τσαούσογλου», αυτομάτως θα έχουμε κι εκεί έναν άξονα ο οποίος ξεκινά από το Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς, το Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη, μεσολαβεί η Σχολή Καλών Τεχνών, ο περίβολος χώρος του εργοστασίου «Τσαούσογλου» που αξιοποιείται από το Φεστιβάλ Αθηνών, ακολουθεί το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, για να καταλήξουμε στον Πειραιά που όταν γίνει η «Πολιτιστική Ακτή» θα αλλάξει εντελώς το τοπίο.

Τι γίνεται με τα αρχαία του σταθμού Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη;

Η θέση του Υπουργείου πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα που έχει προκύψει, έχει εκφραστεί με την γνωμοδότηση του ΚΑΣ και με την απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού -αρμοδίου για τον πολιτισμό- του κ. Τζαβάρα.

Το όλο πρόβλημα δημιουργήθηκε από την αρχή εξαιτίας του λάθους σχεδιασμού –σε σχέση με τα μνημεία πάντα- της γραμμής. Πράγμα που ήδη από το 1999 το Υπουργείο είχε επισημάνει. Ότι δηλαδή, η χάραξη που προτείνεται θα συναντήσει σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα.

Το 2004 επί υπουργίας Τατούλη, το ΚΑΣ είχε γνωμοδοτήσει και για την πορεία της γραμμής και για την θέση των σταθμών, όπου αν ανατρέξει κανείς και στην γνωμοδότηση του ΚΑΣ και στην απόφαση Τατούλη, θα δει να περιγράφονται ακριβώς όλα τα ευρήματα που βρέθηκαν στην συνέχεια. Η απόφαση Τατούλη τότε μιλούσε ότι θα πρέπει να προχωρήσουν σε αποσπάσεις προκειμένου το έργο να πραγματοποιηθεί.

Επομένως μην ερχόμαστε το 2012 να «πέφτουμε από τα σύννεφα». Το Υπουργείο τα έλεγε τουλάχιστον από το 1999 που το γνωρίζω. Το 2004 όμως ήδη είχε δοθεί το «πράσινο φως». Ο τότε έφορος βυζαντινών αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης κ. Μπακιρτζής και μέλος του ΚΑΣ την εποχή εκείνη, έχει περιγράψει τα ευρήματα, σαν να έβλεπε αυτά που εμείς βλέπουμε τώρα.

Η φάση αυτή λοιπόν, του 6ου αιώνα –λέει η γνωμοδότηση του ΚΑΣ και η απόφαση του υπουργού- θα πρέπει να αποσπαστεί και να μεταφερθεί κάπου αλλού. Ενδεχομένως στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά» που έχει τον χώρο, η οπουδήποτε αλλού. Κι αυτό πρέπει να γίνει γιατί κάτω από τα ευρήματα του 6ο αιώνα βρίσκεται η Ρωμαϊκή Εγνατία και πρέπει να την ανασκάψουμε. Πρέπει να την δούμε. Και δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτά που θα βρούμε θα είναι περισσότερο η λιγότερο σημαντικά από τα προηγούμενα.

Δεν είναι δε μόνο ο δρόμος που πρέπει να μεταφερθεί. Αλλά ένα οικιστικό σύνολο, με μια σειρά καταστημάτων που αναπτύσσονταν εκατέρωθεν της οδού, καθώς κι ένα σταυροδρόμι. Ευκταίο θα ήταν αυτό να μείνει κατά χώρα. Αλλά αυτό φαίνεται να είναι αδύνατο. Και δεν κρίθηκε έτσι μόνο από τις υπηρεσίες του υπουργείου, αλλά και από το αποτέλεσμα του διάλογου που ακολούθησε με τους φορείς της πόλης, το ΤΕΕ και το ΑΠΘ και κατέληξε στο ότι η απόσπαση δεν μπορεί να αποφευχθεί. Από εκεί και πέρα το που θα τοποθετηθούν τα αρχαία, έπεται.

Ενώ η αξιολόγηση του τι θα παραμείνει στον σταθμό, θα πρέπει να γίνει αφού αξιολογηθούν και τα ευρήματα της πρωιμότερης φάσης. Αυτό δε που φαίνεται ότι δεν είναι εφικτό για την συνέχιση του έργου, είναι η κατάργηση του σταθμού. Αλλά ακόμα κι αν αυτός καταργείτο, πάλι τα αρχαία δεν θα ήταν ορατά στο κοινό, αφού θα έπρεπε να σκεπαστούν για να αποκατασταθεί η λεωφόρος Εγνατίας. ʼρα η γνωμοδότηση είναι απ? όλες τις απόψεις σωστή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ