Κλιματική αλλαγή, φυσικοί κίνδυνοι και τεχνικά έργα: Πόσο έτοιμοι είμαστε;

Στο Θερινό Σχολείο που διοργανώνει το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) με τίτλο «Φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές και τεχνικά έργα», για την πρόληψη, διαχείριση και αντιμετώπιση των φυσικών και ανθρωπογενών κινδύνων, προτάθηκαν πιθανοί τρόποι αντιμετώπισης και πρόληψης των κινδύνων και των προκλήσεων.

Παρουσιάστηκαν οι πλέον πρόσφατες τάσεις που αφορούν επιστημονικά και κοινωνικά σημαντικά ζητήματα σχετικά με τους φυσικούς κινδύνους. Έμφαση σε όλα τα παραπάνω δόθηκε στην επίδραση που έχουν πάνω στα τεχνικά έργα και σε όλες τις φάσεις που τα διέπουν, δηλαδή στη μελέτη, στην κατασκευή, στη χρήση και στον κύκλο ζωής τους.

Συζητήθηκαν επίσης σημαντικά θέματα, όπως π.χ. γιατί τείνουμε να μειώσουμε ορισμένους φυσικούς κινδύνους ενώ αυξάνεται η επικινδυνότητα σε άλλους, καθώς και το τι μπορούμε να κάνουμε στο μέλλον, βραχυχρόνια και μακροχρόνια, για να προστατευτούμε από φυσικούς κινδύνους.

Δεδομένου του γεγονότος ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι πλήττονται από φυσικές καταστροφές, το θέμα της έρευνας σχετικά με τους κινδύνους αυτούς αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα. Οι σεισμοί, η ηφαιστειακή δραστηριότητα, οι έντονες βροχοπτώσεις, οι πλημμύρες και οι ξηρασίες είναι μερικά μόνο παραδείγματα φυσικών κινδύνων που αποτελούν μείζονες προκλήσεις για την κοινωνία. Αντίστοιχοι ανθρωπογενείς κίνδυνοι είναι οι εκρήξεις μεγάλης κλίμακας, τα ατυχήματα/αστοχίες σε πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, οι αστοχίες φραγμάτων κ.ά.

Τα τελευταία χρόνια, οι καταστρεπτικοί σεισμοί και οι δραματικές αλλαγές του κλίματος έχουν καταστήσει σαφές με τρομακτικό τρόπο ότι υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για την παγκόσμια οικονομία. Οι κίνδυνοι αυτοί εμφανίζονται στο όριο μεταξύ των φυσικών διεργασιών και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επομένως, η ολοκληρωμένη διαχείριση κινδύνων για τις διάφορες διεργασίες όχι μόνο απαιτεί την πλήρη κατανόηση των φυσικών διεργασιών, αλλά πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τα σχετικά όρια πολιτικής και κοινωνικής ανοχής.

Η σύνθετη δυναμική που κατακλύζεται από το συνδυασμό των κινδύνων και της τρωτότητας απαιτεί νέες προσεγγίσεις στη διαχείριση του κινδύνου και στους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία αντιμετωπίζει τον κίνδυνο. Η κλιματική αλλαγή γινόταν, γίνεται και θα συνεχίσει να γίνεται και στο μέλλον.

Τα φυσικά φαινόμενα υπήρχαν, υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στο μέλλον. Δεν θα πρέπει να μας φοβίζουν, γιατί είναι μια φυσική διεργασία μέσα στο χρόνο.

Πότε όμως τα φυσικά φαινόμενα γίνονται φυσικοί κίνδυνοι; Αυτό συμβαίνει όταν τα φυσικά φαινόμενα εκδηλωθούν στα όρια ενός δομημένου περιβάλλοντος όπου υπάρχουν τεχνικά έργα. Στην περίπτωση που τεχνικά έργα έχουν διαστασιολογηθεί για μικρότερες δράσεις από αυτές που προκαλούν τα φυσικά φαινόμενα, τότε θα υπάρξουν υλικές ζημιές, τραυματισμοί ή και ανθρώπινες απώλειες. Για παράδειγμα, η πλημύρα σε μια μακρινή ακατοίκητη περιοχή από ένα ποτάμι που υπερχείλισε δεν αποτελεί κίνδυνο, σε αντίθεση με ανάλογο ενδεχόμενο σε μια καλλιεργούμενη ή αστική περιοχή.

Η εκδήλωση μιας σεισμικής διέγερσης ορισμένης εντάσεως σε μια αστική περιοχή με καταστροφικά αποτελέσματα σε υποδομές, κτίρια και πολλούς τραυματισμούς ή/και θανάτους αποτελεί μια φυσική καταστροφή, σε αντίθεση με την εκδήλωση του ιδίου μεγέθους σεισμικής διέγερσης στη θάλασσα, χωρίς συνέπειες, η οποία παραμένει απλά το αποτέλεσμα των γεωλογικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα φυσικά.

Οι μέγιστες τιμές των δράσεων που λαμβάνονται υπόψη στα έργα λόγω των φυσικών φαινομένων (όπως είναι πλημμύρα, άνεμος, χιόνι, σεισμός) καθορίζονται με βάση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια και επιλέγονται με κριτήριο την περίοδο επαναφοράς του φαινομένου που αντιστοιχεί και σε μια πιθανότητα εμφάνισης. Έτσι, με βάση την περίοδο επαναφοράς και τη στατιστική επεξεργασία των μετρήσεων, προκύπτει η τιμή της φόρτισης που αντιπροσωπεύει τη δράση του φυσικού φαινομένου στο σχεδιασμό των τεχνικών έργων.

Τι γίνεται όμως όταν δεν υπάρχουν επαρκείς μετρήσεις, ή όταν λόγω της κλιματικής αλλαγής τα φυσικά φαινόμενα γίνονται πιο έντονα; Θα πρέπει οι δράσεις κατά το σχεδιασμό των τεχνικών έργων να αυξηθούν. Ευτυχώς, υπάρχουν επιτροπές για την αναθεώρηση των Ευρωκωδίκων οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις στο σχεδιασμό των έργων, αλλά αυτό αφορά την κατασκευή νέων έργων.

Τι γίνεται όμως με τα υπάρχοντα τεχνικά έργα; Για παράδειγμα, έχει βρεθεί ότι αν επικρατήσει ένα σενάριο κλιματικής αλλαγής, τότε ένα φράγμα θα δεχτεί 20% περισσότερο πλημμυρικό όγκο νερού, οπότε απαιτείται η αποτίμηση της φέρουσας ικανότητάς του και πιθανή ενίσχυση αν αυτή δεν επαρκεί, ούτως ώστε να μπορέσει να παραλάβει το επιπλέον φορτίο. Παρόμοιες επιπτώσεις υφίστανται και άλλα τεχνικά έργα (σε γέφυρες, κρηπιδότοιχους, κτίρια) που σχετίζονται με το μέγεθος των φορτίων του ανέμου ή του χιονιού.

Τέλος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι τα τεχνικά έργα, εκτός του ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν φυσικά φαινόμενα με μεγαλύτερη ένταση και σφοδρότητα από αυτή για την οποία σχεδιάστηκαν, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και την ταυτόχρονη επιβολή τους. Ο σχεδιασμός δηλαδή των τεχνικών έργων θα πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη πολλαπλούς κινδύνους. Οι συνδυασμοί φορτίσεων που αναφέρονται στους κανονισμούς δεν περιγράφουν πλήρως όλους τους πολλαπλούς κινδύνους που μπορεί να δράσουν ταυτόχρονα στην κατασκευή.

Επιπλέον, ο σχεδιασμός έναντι πολλαπλών κινδύνων θα οδηγήσει και σε επιλογή πολλαπλών έργων για την αντιμετώπισή τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι μια πλημμύρα, η οποία θα προκαλέσει ζημίες στις κατοικίες και στα τεχνικά έργα μιας περιοχής και μπορεί να ενεργοποιήσει παράλληλα μια κατολίσθηση, η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει πρόσθετες ζημίες στις κατασκευές της ίδιας περιοχής.

Για να θωρακιστεί η περιοχή από το παραπάνω αλυσιδωτό φαινόμενο, θα πρέπει εκτός από τα αντιπλημμυρικά έργα να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν και έργα αντιστήριξης και υποστήριξης του εδάφους στα κρίσιμα σημεία, ή ενίσχυση και προστασία των θεμελίων των τεχνικών έργων και των κατασκευών από διάβρωση του εδάφους.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η περίπτωση στην οποία ένας σεισμός μπορεί να προκαλέσει ένα τσουνάμι ή πυρκαγιές σε διαφορά σημεία στην πόλη, λόγω αστοχίας στο δίκτυο του φυσικού αερίου. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν πρέπει να θωρακιστούν και να ενισχυθούν μόνο οι κατασκευές έναντι σεισμικής δράσης, αλλά θα πρέπει να σχεδιαστούν και έργα παραλιακά για την ανάσχεση του θαλασσίου καταστροφικού κύματος.

Επίσης θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη έργων για την κατάσβεση της πυρκαγιάς όπου αυτή εμφανιστεί.

Άλλη περίπτωση πολλαπλού κίνδυνου είναι η περίπτωση μιας πλημμύρας κατά την οποία, ανάλογα με το ανάγλυφο, μπορεί να συμβούν και κατολισθήσεις πρανών ή καθιζήσεις εδαφών. Οπότε σε αυτή την περίπτωση, εκτός από τα αντιπλημμυρικά έργα γύρω από την περιοχή, θα πρέπει να σχεδιαστούν και να υλοποιηθούν και έργα υποστήριξης του εδάφους στα κρίσιμα σημεία. Θα πρέπει δηλαδή να διερευνηθεί ένας ολιστικός τρόπος σχεδιασμού των τεχνικών έργων, ώστε αυτά να θωρακίζουν την κοινωνία.

Παράλληλα, σε περιπτώσεις μεγάλης κλίμακας φυσικών καταστροφών, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τις συνέπειες της διαχείρισης της κρίσης κατά τη διάρκεια της εκδήλωσής της, αλλά και κατά την περίοδο που ακολουθεί. Πολλές περιπτώσεις φυσικών ή και ανθρωπογενών καταστροφών, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο διεθνή χώρο, έχουν αναδείξει το πρόβλημα της μη επάρκειας ή και ανυπαρξίας σχεδίων διαχείρισης κρίσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα οι συνέπειες των καταστροφών αυτών για τους ανθρώπους να πολλαπλασιαστούν.

Πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν προβεί στην κατάρτιση σχεδίων διαχείρισης κινδύνων, ούτως ώστε να αυξήσουν το επίπεδο ετοιμότητας των φορέων της πολιτείας. Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις που υπήρχαν κατάλληλα σχέδια διαχείρισης κρίσεων και εφαρμόστηκαν όπως προβλεπόταν από τους αρμόδιους φορείς, φάνηκε ότι οι πολίτες δεν κατείχαν την απαραίτητη γνώση ή έστω εκπαίδευση, ούτως ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα των σχεδίων αυτών.

Συνεπώς, μιλώντας για διαχείριση κρίσεων, αναφερόμαστε κι εδώ σε μια πολυδιάστατη προσέγγιση, που περιλαμβάνει αφενός σχέδια και στρατηγικές από πλευράς της πολιτείας κι αφετέρου την ενεργή συμμετοχή των πολιτών στην υλοποίησή τους.

Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα χωρών που έχουν υιοθετήσει τέτοιες στρατηγικές και λαμβάνουν χώρα σε τακτά διαστήματα μεγάλης κλίμακας ασκήσεις ετοιμότητας (για παράδειγμα σε επίπεδο πόλης) με τη συμμετοχή των πολιτών.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, γίνεται σαφές ότι για να προστατευτούμε από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, είναι απαραίτητο να προσαρμοστούμε σε αυτή. Και αυτή η προσαρμογή είναι πολυδιάστατη. Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση των τεχνικών έργων θα πρέπει πλέον να λαμβάνουν υπόψη τη μεταβλητότητα των περιβαλλοντικών συνθηκών και συνεπώς την επιρροή τους στην πιθανότητα εμφάνισης μεγάλης κλίμακας φαινομένων, αλλά και την πιθανότητα ταυτόχρονης εκδήλωσή τους.

Η Πολιτεία και οι πολίτες θα πρέπει να είναι έτοιμοι ούτως ώστε να αντιμετωπίσουν μαζί την εκδήλωση των φαινομένων αυτών, αν θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε τις συνέπειές τους για τον άνθρωπο και το δομημένο περιβάλλον.

*Οι συγγραφείς του άρθρου είναι συντελεστές του Θερινού Σχολείου στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, με τίτλο: «Φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές και τεχνικά έργα 2020».

Συγκεκριμένα, ο κ. Γεώργιος Χατζηγεωργίου είναι καθηγητής, ο κ. Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής, η κ. Φωτεινή Κωνσταντακοπούλου είναι επιστημονική συνεργάτιδα, ο κ. Γεώργιος Παπαβασιλείου είναι Lecturer University of Wolverhampton και ο κ. Νικόλαος Πνευματικός είναι αναπληρωτής καθηγητής (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής).