Διαχείριση ρυπογόνων υδάτων σε αυτοκινητόδρομους και σήραγγες


Ειδικές μονάδες επεξεργασίας ρυπασμένων απορροών –προτού αυτές καταλήξουν στο περιβάλλον– κατασκευάζονται πλέον και στην Ελλάδα, μετά την υιοθέτηση της πρακτικής από πολλές ευρωπαϊκές χώρες και την Αμερική.

ʼρθρο του κ. Βασίλειου Παπαδόπουλου*

Ένας αυτοκινητόδρομος ή μια σήραγγα μπορεί να είναι παράγοντες μόλυνσης και ρύπανσης του περιβάλλοντος· ίσως όχι στο βαθμό που ρυπαίνει ένα εργοστάσιο, αλλά σίγουρα το πρόβλημα που δημιουργείται είναι σημαντικό.

Σύμφωνα με μετρήσεις, από έναν μέσο ευρωπαϊκό αυτοκινητόδρομο διέρχονται καθημερινά από 5.000 έως 40.000 οχήματα, τα οποία παράγουν όχι μόνο αέριους ρύπους αλλά και μόλυνση από διαρροές λαδιών, υδρογονανθράκων και υγρών φρένων, από την τριβή των ελαστικών, από σκουριά που παράγουν τα «», από χρώματα κλπ. Και πρόκειται για μόλυνση η οποία είναι διαρκής και μόνιμη.

Σε περίπτωση ατυχήματος, οι επιπτώσεις πολλαπλασιάζονται, είτε από τα διαρρέοντα υλικά είτε από τα χημικά καθαρισμού που χρησιμοποιούνται κατά την επέμβαση των συνεργείων καθαρισμού. Και το πρόβλημα δημιουργείται από τη στιγμή που οι ουσίες αυτές διαχέονται και εξαπλώνονται στο εγγύς περιβάλλον ή επικάθονται στο οδόστρωμα, στα φυτά και στις πλευρικές ζώνες του δρόμου. Μάλιστα, με τη συμβολή της ηλιακής ακτινοβολίας, της θερμοκρασίας και της υγρασίας του περιβάλλοντος, μέρος αυτών των ουσιών σταδιακά μεταλλάσσεται βιολογικά και χημικά σε επικίνδυνους τοξικούς ρύπους. Παρασυρόμενοι από τα νερά της βροχής, μέσω των πλευρικών αβαθών τάφρων ή και των κλειστών συστημάτων του αυτοκινητοδρόμου, οι ρύποι των αυτοκινητόδρομων καταλήγουν στις πλευρικές ζώνες, όπου είτε απορροφώνται από το έδαφος είτε παρασύρονται στους υγρούς αποδέκτες.

Ίσως μια μικρή και περιστασιακή ποσότητα ρύπων δεν θα έπρεπε καν να προκαλεί την προσοχή μας. Η συστηματική όμως και διαρκής μόλυνση επιβαρύνει σταδιακά και μετά από κάποια περίοδο αθροιστικά το περιβάλλον. Επιπρόσθετα, η μόλυνση που μπορεί να προκληθεί στην περίπτωση ενός ατυχήματος είναι άμεση, και –αν και πρόκειται για μια μεμονωμένη περιοχή– μπορεί να προκαλέσει μεγάλο «σοκ» στον εκάστοτε αποδέκτη (στιγμιαία μόλυνση).

Στις σήραγγες, με τα θεωρητικά δεδομένα που ισχύουν σήμερα στη χώρα μας, δεν θα έπρεπε να υπάρχει σοβαρή ανησυχία. Και αυτό διότι τα απόνερα πλύσης των τοιχωμάτων, σε συνδυασμό με τα τυχόν τοξικά απόβλητα από την κατάσβεση μιας πυρκαγιάς, από ένα ατύχημα ή από την πλύση του οδοστρώματος, πρέπει να συγκεντρώνονται μέσα σε ειδικές δεξαμενές που καλούνται «μονάδες τοξικών ρύπων» (Μ.Τ.Ρ.).

Όμως, τόσο από πολλούς μελετητές όσο και από τις επιβλέπουσες υπηρεσίες, γίνεται συχνά μια σημαντική παρανόηση και θεωρούν τις δεξαμενές αυτές χώρους προσωρινής αποθήκευσης με δυνατότητα υπερχείλισης. Έτσι, ανεξέλεγκτα, οι δεξαμενές αυτές μπορούν να εκκενώνονται «αυτόματα» στο περιβάλλον και να διαχέεται προς αυτό το ρυπαρό –ή και τοξικό κάποτε– φορτίο τους.

Αυτές οι δεξαμενές είναι χώροι εκτάκτου ανάγκης που πρέπει να είναι πάντα άδειοι, για να μπορούν να υποδεχτούν τα χημικά κατάσβεσης ή πυρόσβεσης και γενικά κάθε είδους ρύπους που προέρχονται από απρόσμενες καταστάσεις.

Προστασία βιοτόπων

Επιβάλλεται η υιοθέτηση ειδικών μεθόδων και διατάξεων που επεξεργάζονται τις απορροές, πριν αυτές καταλήξουν στο περιβάλλον. Αυτά τα συστήματα είναι ήδη διαδεδομένα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στην αμερικανική ήπειρο, και καλύπτονται από προδιαγραφές έργων περιβαλλοντικής προστασίας.

Για το λόγο αυτό, κατά τη φάση σχεδιασμού των αυτοκινητόδρομων και των δικτύων απορροής προβλέπονται μονάδες ελέγχου ρύπανσης (ΜΕΡ), σε χώρους προσεκτικά επιλεγμένους από τους αρμόδιους μελετητές και τις ελέγχουσες υπηρεσίες.

Οι μονάδες ελέγχου ρύπανσης συνήθως αποτελούνται από ένα φρεάτιο συγκέντρωσης απορροών και μερισμού ροής. Στη συνέχεια ακολουθεί η «καρδιά του συστήματος», ο διαχωριστής υδρογονανθράκων, ο οποίος αποτελεί μια μονάδα επεξεργασίας που αναλαμβάνει το διαχωρισμό των υδρογονανθράκων από το νερό

Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές νόρμες EN-ΕΛΟΤ 858 1&2, ένας διαχωριστής υδρογονανθράκων πρέπει να αποτελείται από τον λασποσυλλέκτη, τη ζώνη διαχωρισμού (όπου ειδικά φίλτρα αναλαμβάνουν το διαχωρισμό και την συσσωμάτωση των υδρογονανθράκων) και τον ειδικό φλοτεροδιακόπτη στην έξοδο, που φράσει αυτόματα όταν η μονάδα κορεστεί. Οι μονάδες αυτές είναι συνήθως εργοστασιακές, με συγκεκριμένα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν οι νόρμες.

Οι μονάδες ελέγχου ρύπανσης σχεδιάζονται και διαστασιολογούνται λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη βροχή που θα πέσει στο οδόστρωμα, καθώς αυτή –σύμφωνα με τις μελέτες και τη διεθνή εμπειρία– θα παρασύρει το μεγαλύτερο ποσοστό των ρύπων που έχουν επικαθήσει στο οδόστρωμα. Η υπόλοιπη παροχή, σαφώς με σημαντικά λιγότερο ρυπαντικό φορτίο, παροχετεύεται μέσω ειδικών διατάξεων υπερχείλισης στο περιβάλλον.

Στις πιο πολλές περιπτώσεις προβλέπεται και διάταξη αντιμετώπισης έκτακτων γεγονότων ατυχημάτων με αποθήκευση των ρύπων στις μονάδες τοξικών ρύπων (ΜΤΡ).

Το πρόβλημα των σηράγγων

Στις σήραγγες οι μονάδες ελέγχου ρύπανσης λειτουργούν με δύο εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης:

α) Με συγκέντρωση και αποθήκευση των ρυπαρών αποβλήτων των σηράγγων μέσα στις μονάδες τοξικών ρύπων και άμεση απομάκρυνσή τους μετά από την αντιμετώπιση οποιοδήποτε συμβάντος, από ειδικά πιστοποιημένα συνεργεία μεταφοράς επικίνδυνων ρύπων. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν εργοστάσια καθαρισμού τέτοιας μορφής ρύπων ή είναι μονοπωλιακές εγκαταστάσεις με πολύ ακριβό τιμολόγιο. Τα απόνερα πλύσης (ελεγχόμενης και γνωστής σύνθεσης ρύπων) θεωρούνται εξαρχής ίδιας τοξικότητας με τα νερά ή χημικά καθαρισμού οδοστρωμάτων ή κατάσβεσης πυρκαγιάς (εξαιρετικά βαρεία μόλυνση). Κατά συνέπεια, η δαπάνη πλύσης των τοιχωμάτων επιβαρύνεται υπερβολικά –ή καλύτερα απαγορευτικά– από την δαπάνη συγκέντρωσης, απομάκρυνσης και επεξεργασίας των ρυπαρών υδάτων.</br >

β) Με πρόβλεψη φρεατίου μερισμού / διαχωρισμού παροχής στην κεφαλή των μονάδων τοξικών ρύπων και με κατάντη ανάλογη αντιμετώπιση των συγκεντρωμένων ή διερχομένων ρύπων. Αυτή η λύση, που είναι συμπληρωματική της πρώτης, εκμεταλλεύεται τη διαφορετικότητα της προέλευσης και της σύνθεσης των ρύπων και διαχωρίζει τα απόβλητα πλύσης (που μπορούν να τύχουν επεξεργασίας) από αυτά του ατυχήματος, με αποτέλεσμα την επαναχρησιμοποίηση ή ελεγχόμενη διάθεση νερού για άλλες χρήσεις. Για το λόγο αυτό, στις μονάδες ελέγχου ρύπανσης των σηράγγων, ο διαχωριστής υδρογονανθράκων αντικαθίσταται από μία μονάδα καθίζησης (MKA), που είναι ένας «εξελιγμένος» διαχωριστής υδρογονανθράκων ο οποίος πέρα από το διαχωρισμό επιτυγχάνει και την καθίζηση των βαρέων σωματιδίων. Επίσης, ειδική διάταξη φίλτρανσης επιτυγχάνει καλύτερα αποτελέσματα στην ποιότητα των επεξεργασμένων υδάτων, ειδικά στην περίπτωση που κοντά στις σήραγγες υπάρχουν περιοχές περιβαλλοντικά ευαίσθητες όπως λίμνες, ποτάμια, θάλασσα κτλ.

Σήμερα στην Ελλάδα, σε όλα τα μεγάλα έργα υποδομής, όπως είναι η Ιόνια Οδός και ο άξονας Πάτρας – Αθήνας – Θεσσαλονίκης – Ειδομένης, , εγκαθίστανται ανάλογα συστήματα με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω και με τις ίδιες προδιαγραφές.

Ελέγξτε επίσης

Συγκροτήματα παραγωγής τροποποιημένης πίσσας

Υλικά – Η χρήση τροποποιημένης ασφάλτου με πολυμερή στα οδοστρώματα, πλέον θεωρείται απαραίτητη. Η μεγαλύτερη …